Στο επίκεντρο της αποστολής μας
Τι σημαίνει όμως, πραγματικά, «ζωτικότητα» για δισεκατομμύρια ανθρώπων στον πλανήτη; Πώς εκδηλώνεται στις ζωές τους; Τι προσθέτει στην καθημερινότητά τους όταν υπάρχει και ποιες είναι οι συνέπειες όταν λείπει;
Η επιθυμία να είμαστε καθαροί, δραστήριοι, γεμάτοι ενέργεια και υγιείς είναι κοινή για όλους, νέους και ηλικιωμένους, πλούσιους και φτωχούς. Για τα δισεκατομμύρια στον αναπτυσσόμενο κόσμο, η υγεία είναι απλά η απουσία της ασθένειας. Για αυτούς, υγεία είναι η ικανότητα να δουλεύουν, να παρέχουν ένα καλό γεύμα στις οικογένειές τους. Για τα παιδιά τους, υγεία είναι η ικανότητα να παίζουν, να πηγαίνουν στο σχολείο, να προσπαθούν για ένα καλύτερο μέλλον. Για τους πλουσιότερους, η υγεία είναι κάτι περισσότερο από τη σωματική ευρωστία. Για αυτούς, οι ενδείξεις της καλής υγείας – όπως το να είναι δραστήριοι, ενεργητικοί, να αισθάνονται και να δείχνουν καλά – τους επιτρέπουν να απολαμβάνουν στο έπακρο τη ζωή. Κι όμως, για τις εκατομμύρια μητέρες που χάνουν τα παιδιά τους από διάρροια και λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, η υγεία είναι άλλο ένα συνώνυμο της επιβίωσης.
Το κόστος της κακής υγιεινής
«Χωρίς καλή υγιεινή, οι καταναλωτές είναι επιρρεπείς σε μια μεγάλη σειρά από λοιμώδεις νόσους που έχουν την δυνατότητα όχι μόνο να υποβαθμίσουν σημαντικά την ποιότητα της ζωής τους, αλλά και να της δώσουν πρόωρο τέλος», λέει ο Στίβ Μάιλς, Διεθνής Αντιπρόεδρος Προϊόντων Υγείας.
«Η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι τα επίπεδα υγιεινής παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά σε όλο τον κόσμο και σχετίζονται με τη συχνή εμφάνιση μολυσματικών εντερικών νόσων, όπως είναι η διάρροια».
Παρότι το πρόβλημα των μολυσματικών εντερικών νόσων είναι περισσότερο σοβαρό στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου δύο εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από διάρροια, αποτελεί ωστόσο σημαντικό θέμα και στα βιομηχανοποιημένα κράτη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο για παράδειγμα, εκτιμάται ότι ένας στους πέντε ανθρώπους νοσεί από μολυσματικές εντερικές νόσους ετησίως, ενώ εισάγονται περίπου 35.000 άνθρωποι σε νοσοκομεία και περισσότεροι από 30 οδηγούνται στο θάνατο. Για να μην αναφερθούμε στην σωματική και κοινωνική ενόχληση απ’ τις οποία υποφέρουν εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι που εκδηλώνουν αυτούς τους τύπους ασθενειών.
Νέοι κίνδυνοι
«Οι κίνδυνοι είναι πιθανόν να ενταθούν» λέει η Σάλι Μπλούμφιλντ, μέλος του Διεθνούς Επιστημονικού Φόρουμ για την Οικιακή Υγιεινή (IFH), που λαμβάνει εκπαιδευτική επιδότηση από τη Unilever. «Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει και η συχνότητα ασθενειών ανεπάρκειας του ανοσοποιητικού όπως το AIDS αυξάνεται, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι θα είναι ευάλωτοι στις συνέπειες της κακής υγιεινής».
«Οι λοιμώδεις νόσοι παρουσιάζουν έξαρση σε όλο τον κόσμο, με μεγαλύτερους ρυθμούς λόγω της παγκοσμιοποίησης, όπως είδαμε με το SARS. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ασθένειες αυτές δεν αντιμετωπίζονται με αντιβιοτικά αφού είναι ιογενείς. Άλλες είναι βακτηριακές και είναι ανθεκτικές στα αντιβιοτικά, όπως η σοβαρή νοσοκομειακή μόλυνση MRSA (Ανθεκτικός στην μεθικιλλίνη Χρυσίζων Σταφυλόκοκκος)».
Νέα παθογόνα – στοιχεία που προκαλούν νόσους – εμφανίζονται συνεχώς. Από τη δεκαετία του 1970, καταγράφεται τουλάχιστον ένα νέο παθογόνο κρούσμα κάθε χρόνο. Η καλή υγιεινή αποτελεί συχνά τον μοναδικό τρόπο να αποφευχθούν πολλά παθογόνα κρούσματα και οι συνέπειές τους.
Μια απλή λύση
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια, μας λέει η Δρ. Βαλ Κέρτις από την Σχολή Τροπικής Ιατρικής και Υγιεινής του Λονδίνου, είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χρησιμοποιούν το πιο βασικό και διαδεδομένο προϊόν σπιτικής υγιεινής – το ταπεινό, απλό σαπούνι.
«Τα χέρια είναι το καλύτερο μέσο μετάδοσης των μικροβίων, αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πλένουν τα χέρια τους με σαπούνι και νερό σε πολύ σημαντικές στιγμές» μας εξηγεί. «Στο Ηνωμένο Βασίλειο για παράδειγμα, μόνο το 30% των ανθρώπων πλένουν τα χέρια τους αφού πάνε στην τουαλέτα και μόνο το 43% μετά το άλλαγμα μιας πάνας». Οι στατιστικές στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι παρόμοιες.
Καλή υγεία με σωστή υγιεινή
Τι κάνει γι’ αυτά η Unilever; «Ο τρόπος που μεταφέρουμε τα θέματα υγιεινής στους καταναλωτές μας, παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην επιτυχία των προϊόντων μας», λέει ο Γουόλτερ Γκίμπσον, αρχηγός ομάδας βιοεπιστήμης, R&D, HPC. «Μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις κοινωνικές και ψυχολογικές επιστήμες. Αλλά θα πρέπει να εξετάζουμε προσεκτικά όλους τους τύπους προϊόντων που χρησιμοποιούμε και το περιβάλλον όπου τα προορίζουμε. Για παράδειγμα, ένα τζελ μπορεί να είναι καταλληλότερο από μια μπάρα σαπούνι σε περιοχές όπου υπάρχει λίγο τρεχούμενο νερό».
Ο πρόεδρος μάρκετινγκ της HPC Σάιμον Κλιφτ λέει: «Έχοντας για κληρονομιά τη βαθιά μας γνώση για την υγιεινή και προϊόντα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καταναλωτών, είμαστε στην προνομιακή θέση να προσδίδουμε «ζωτικότητα» στη ζωή με έναν πολύ δυναμικό τρόπο».
Ένα από τα παλαιότερα προϊόντα μας, το Lifebuoy, υποδεικνύει τη δέσμευσή μας για προώθηση της υγείας, μέσω της σωστής υγιεινής, για όλους.